Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weepathon
01
παρατεταμένη συνεδρία κλάματος, μαραθώνιος δακρύων
a prolonged session of crying or emotional release
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weepathons
Παραδείγματα
Their weepathon ended with laughter and chocolate.
Το weepathon τους τελείωσε με γέλια και σοκολάτα.



























