Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wee-wee
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wee-wee
γ΄ ενικό πρόσωπο
wee-wees
ενεστώτα μετοχή
wee-weeing
απλός αόριστος
wee-weed
παθητική μετοχή
wee-weed
Παραδείγματα
He felt the urge to wee-wee and quickly sought out a restroom.
Ένιωσε την ανάγκη να κατουρήσει και βρήκε γρήγορα μια τουαλέτα.



























