to wee-wee
Pronunciation
/wˈiːwˈiː/

Ορισμός και σημασία του "wee-wee"στα αγγλικά

to wee-wee
01

κατουρώ, κάνω wee-wee

to urinate, often used in a playful or childish manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wee-wee
γ΄ ενικό πρόσωπο
wee-wees
ενεστώτα μετοχή
wee-weeing
απλός αόριστος
wee-weed
παθητική μετοχή
wee-weed
Παραδείγματα
He felt the urge to wee-wee and quickly sought out a restroom.
Ένιωσε την ανάγκη να κατουρήσει και βρήκε γρήγορα μια τουαλέτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store