to wee-wee
wee
wi:
vi
wee
wi:
vi
weewee

Ορισμός και σημασία του "wee-wee"στα αγγλικά

to wee-wee
01

κατουρώ, κάνω wee-wee

to urinate, often used in a playful or childish manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wee-wee
γ΄ ενικό πρόσωπο
wee-wees
ενεστώτα μετοχή
wee-weeing
απλός αόριστος
wee-weed
παθητική μετοχή
wee-weed
Παραδείγματα
The little one asked if they could wee-wee before finishing their snack. 

Το μικρό ρώτησε αν μπορεί να κάνει κατούρημα πριν τελειώσει το σνακ του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store