to waver
wa
ˈweɪ
vei
ver
waterwagerweaverwafer

Ορισμός και σημασία του "waver"στα αγγλικά

to waver
01

κυματίζω, διστάζω

to move in a rhythmic or repetitive pattern that rises and falls 
Intransitive
to waver definition and meaning
Παραδείγματα
In the heat of the desert, the distant horizon appeared to waver and shift, creating a mirage effect. 

Στη ζέστη της ερήμου, ο μακρινός ορίζοντας φαινόταν να κυματίζει και να μετακινείται, δημιουργώντας ένα φαινόμενο αντικατοπτρισμού.

02

διστάζω, ταλαντεύομαι

to hold back and hesitate due to uncertainty 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waver
γ΄ ενικό πρόσωπο
wavers
ενεστώτα μετοχή
wavering
απλός αόριστος
wavered
παθητική μετοχή
wavered
Παραδείγματα
Sarah could see him waver in his commitment to the project as the challenges grew. 

Η Σάρα μπορούσε να τον δει να διστάζει στη δέσμευσή του για το έργο καθώς οι προκλήσεις μεγάλωναν.

03

ταλαντεύομαι, αποδυναμώνομαι

to gradually lose strength, stability, or vigor 
Intransitive
Παραδείγματα
The athlete's stamina started to waver as he approached the final stretch of the marathon. 

Η αντοχή του αθλητή άρχισε να κλονίζεται καθώς πλησίαζε το τελικό τμήμα του μαραθώνιου.

04

ταλαντεύομαι, τρεμοπαίζω

to produce an unsteady sound 
Intransitive
Παραδείγματα
The distant music wavered in and out as the wind carried the melody. 

Η μακρινή μουσική ταλαντεύονταν καθώς ο άνεμος μετέφερε τη μελωδία.

05

ταλαντεύομαι, τρεμοπαίζω

to be unsteady or flickering 
Intransitive
Παραδείγματα
The candlelight wavered in the drafty room, casting dancing shadows on the walls. 

Το φως του κεριού ταλαντευόταν στο δροσερό δωμάτιο, ρίχνοντας χορευτικές σκιές στους τοίχους.

01

ταλάντευση, κυματισμός

a motion characterized by slight, repeated back-and-forth or side-to-side movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wavers
Παραδείγματα
The candle's flame gave a gentle waver in the breeze. 

Η φλόγα του κεριού έδωσε ένα απαλό τρεμούλιασμα στο αεράκι.

02

μια διστακτικότητα, μια αβεβαιότητα

a brief pause or uncertainty in speech, decision, or action 
Παραδείγματα
There was a waver in his voice as he spoke her name. 

Υπήρχε μια διστακτικότητα στη φωνή του όταν πρόφερε το όνομά της.

03

άτομο που χαιρετά με το χέρι, χαιρετιστής

a person who waves or signals by waving 
Παραδείγματα
The crowd of wavers lined the road to greet the athletes. 

Το πλήθος των κυματιστών παρατάχθηκε στο δρόμο για να χαιρετήσει τους αθλητές.

Λεξικό Δέντρο

wavering
wavering
waver
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store