wavy
wa
ˈweɪ
vei
vy
vi
vi
wavey

Ορισμός και σημασία του "wavy"στα αγγλικά

01

κυματιστός, σγουρός

uneven by virtue of having wrinkles or waves 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
waviest
συγκριτικός βαθμός
wavier
διαβαθμίσιμο
1.1

κυματιστό, σγουρό

(of hair) having a slight curl or wave to it, creating a soft and gentle appearance 
wavy definition and meaning
Παραδείγματα
He has naturally wavy hair that adds a touch of charm to his appearance. 

Έχει φυσικά κυματιστά μαλλιά που προσθέτουν μια αίσθηση γοητείας στην εμφάνισή του.

Λεξικό Δέντρο

waviness
wavy
wave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store