bloc
bloc
blɒk
blok
cockdockhockloch

Ορισμός και σημασία του "bloc"στα αγγλικά

01

μπλοκ, συμμαχία

a group of countries that work together for political, economic, or military purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blocs
Παραδείγματα
The Eastern European bloc formed during the Cold War. 

Το μπλοκ της Ανατολικής Ευρώπης σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store