to vow
vow
vaʊ
vaw
yowhowbowtau

Ορισμός και σημασία του "vow"στα αγγλικά

to vow
01

ορκίζομαι, υπόσχομαι επίσημα

to make a sincere promise to do or not to do something particular 
Transitive: to vow to do sth
to vow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vow
γ΄ ενικό πρόσωπο
vows
ενεστώτα μετοχή
vowing
απλός αόριστος
vowed
παθητική μετοχή
vowed
Παραδείγματα
The couple vowed to support each other through thick and thin. 

Το ζευγάρι ορκίστηκε να στηρίζει ο ένας τον άλλον στις καλές και στις κακές στιγμές.

02

ορκίζομαι, αφοσιώνομαι

to solemnly promise or dedicate oneself or something to a God, a deity, or a purpose 
Ditransitive: to vow oneself to a deity or a purpose | to vow sth to a deity or a purpose
Παραδείγματα
After experiencing a life-changing event, she vowed herself to the pursuit of inner peace and personal growth. 

Αφού βίωσε ένα γεγονός που άλλαξε τη ζωή της, αφιερώθηκε στην αναζήτηση της εσωτερικής ειρήνης και της προσωπικής ανάπτυξης.

01

όρκος, επίσημη υπόσχεση

a serious and formal promise, made especially during a wedding or religious ceremony 
vow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vows
Παραδείγματα
The couple exchanged vows during the wedding ceremony, pledging to love and support each other for the rest of their lives. 

Το ζευγάρι ανταλλάσσει όρκους κατά τη γαμήλια τελετή, υπόσχεται να αγαπά και να στηρίζει ο ένας τον άλλο για το υπόλοιπο της ζωής τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store