Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vow
01
ορκίζομαι, υπόσχομαι επίσημα
to make a sincere promise to do or not to do something particular
Transitive: to vow to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vow
γ΄ ενικό πρόσωπο
vows
ενεστώτα μετοχή
vowing
απλός αόριστος
vowed
παθητική μετοχή
vowed
Παραδείγματα
The soldier vowed allegiance to their country and swore to defend it with their life.
Ο στρατιώτης ορκίστηκε πίστη στη χώρα του και ορκίστηκε να την υπερασπιστεί με τη ζωή του.
02
ορκίζομαι, αφοσιώνομαι
to solemnly promise or dedicate oneself or something to a God, a deity, or a purpose
Ditransitive: to vow oneself to a deity or a purpose | to vow sth to a deity or a purpose
Παραδείγματα
Seeking divine blessings, he vowed his annual harvest to the deity.
Ψάχνοντας για θεϊκές ευλογίες, ορκίστηκε να προσφέρει τη χρόνια συγκομιδή του στη θεότητα.
Vow
01
όρκος, επίσημη υπόσχεση
a serious and formal promise, made especially during a wedding or religious ceremony
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vows
Παραδείγματα
As part of the initiation ritual, the members made a vow to uphold the traditions and responsibilities of their organization.
Ως μέρος της τελετής μύησης, τα μέλη έδωσαν όρκο να διατηρήσουν τις παραδόσεις και τις ευθύνες του οργανισμού τους.
Λεξικό Δέντρο
vower
vow



























