Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Voyage
01
ταξίδι, πλεύση
a long journey taken on a ship or spacecraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
voyages
Παραδείγματα
The documentary chronicled the voyage of a famous explorer and the discoveries made along the way.
Το ντοκιμαντέρ κατέγραψε το ταξίδι ενός διάσημου εξερευνητή και τις ανακαλύψεις που έγιναν στο δρόμο.
02
ταξίδι, πλοήγηση
a journey to a distant place, by any mode of travel
Παραδείγματα
The voyage took months to complete.
Το ταξίδι χρειάστηκε μήνες για να ολοκληρωθεί.
to voyage
01
ταξιδεύω, πλέω
to travel over a long distance by sea or in space
Intransitive: to voyage somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
voyage
γ΄ ενικό πρόσωπο
voyages
ενεστώτα μετοχή
voyaging
απλός αόριστος
voyaged
παθητική μετοχή
voyaged
Παραδείγματα
The poet penned verses about sailors who voyaged to the ends of the Earth.
Ο ποιητής έγραψε στίχους για τους ναυτικούς που ταξίδεψαν στα άκρα της Γης.



























