voyage
voyage
vɔɪɪʤ
voyij

Ορισμός και σημασία του "voyage"στα αγγλικά

01

ταξίδι, πλεύση

a long journey taken on a ship or spacecraft 
voyage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
voyages
Παραδείγματα
The space mission was a historic voyage to the International Space Station. 

Η διαστημική αποστολή ήταν ένα ιστορικό ταξίδι στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

02

ταξίδι, πλοήγηση

a journey to a distant place, by any mode of travel 
Παραδείγματα
He planned a voyage to the Himalayas. 

Σχεδίασε ένα ταξίδι προς τα Ιμαλάια.

to voyage
01

ταξιδεύω, πλέω

to travel over a long distance by sea or in space 
Intransitive: to voyage somewhere
to voyage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
voyage
γ΄ ενικό πρόσωπο
voyages
ενεστώτα μετοχή
voyaging
απλός αόριστος
voyaged
παθητική μετοχή
voyaged
Παραδείγματα
The intrepid explorers voyaged across uncharted waters in search of a legendary island. 

Οι ατρόμητοι εξερευνητές ταξίδεψαν σε άγνωστα νερά σε αναζήτηση ενός θρυλικού νησιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store