voyager
voya
ˈvɔɪɪ
voyi
ger
ʤə

Ορισμός και σημασία του "voyager"στα αγγλικά

01

ταξιδιώτης, εξερευνητής

someone who travels to unknown places, in sea or space 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
voyagers

Λεξικό Δέντρο

voyager
voyage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store