vulgarity
vul
vʌl
val
ga
ˈgæ
ri
ri
ty
ti
ti
austerityseverityasperityinsularity

Ορισμός και σημασία του "vulgarity"στα αγγλικά

01

χυδαιότητα, αγροικία

the state of being tasteless, unsophisticated, and unrefined 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vulgarities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vulgarity
vulgar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store