vulgarity
Pronunciation
/vəɫˈɡɛɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "vulgarity"στα αγγλικά

01

χυδαιότητα, αγροικία

the state of being tasteless, unsophisticated, and unrefined
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vulgarities

Λεξικό Δέντρο

vulgarity
vulgar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store