Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vulgarity
01
χυδαιότητα, αγροικία
the state of being tasteless, unsophisticated, and unrefined
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vulgarities
Λεξικό Δέντρο
vulgarity
vulgar



























