Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Voyager
01
ταξιδιώτης, εξερευνητής
someone who travels to unknown places, in sea or space
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
voyagers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
voyager
voyage



























