visiting
vi
ˈvɪ
vi
si
zi
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "visiting"στα αγγλικά

01

επίσκεψη

the activity of making visits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
01

επισκέπτης, προσκεκλημένος

temporarily teaching or conducting research at an institution 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
academia, employment
Παραδείγματα
The department invited a visiting scholar from Europe to give a series of lectures on medieval literature. 

Το τμήμα προσκάλεσε έναν επισκέπτη ερευνητή από την Ευρώπη να δώσει μια σειρά διαλέξεων για τη μεσαιωνική λογοτεχνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

visiting
visit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store