visiting
Pronunciation
/ˈvɪzɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "visiting"στα αγγλικά

01

επίσκεψη

the activity of making visits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

επισκέπτης, προσκεκλημένος

temporarily teaching or conducting research at an institution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Students eagerly attended the visiting artist's workshops to learn new techniques and perspectives in painting and sculpture.
Οι μαθητές παρακολούθησαν με ενθουσιασμό τα εργαστήρια του επισκέπτη καλλιτέχνη για να μάθουν νέες τεχνικές και προοπτικές στη ζωγραφική και τη γλυπτική.

Λεξικό Δέντρο

visiting
visit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store