Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Visiting
01
επίσκεψη
the activity of making visits
visiting
01
επισκέπτης, προσκεκλημένος
temporarily teaching or conducting research at an institution
Παραδείγματα
Students eagerly attended the visiting artist's workshops to learn new techniques and perspectives in painting and sculpture.
Οι μαθητές παρακολούθησαν με ενθουσιασμό τα εργαστήρια του επισκέπτη καλλιτέχνη για να μάθουν νέες τεχνικές και προοπτικές στη ζωγραφική και τη γλυπτική.
Λεξικό Δέντρο
visiting
visit



























