Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
villainous
01
κακός, παλιάνθρωπος
behaving in an immoral or evil manner, often causing harm or distress to others
Παραδείγματα
The villainous dictator suppressed dissent and committed atrocities against his own people.
Ο κακός δικτάτορας καταπίεσε τη διαφωνία και διέπραξε θηριωδίες εναντίον του ίδιου του λαού.
Λεξικό Δέντρο
villainousness
villainous
villain



























