verboten
ver
vɛə
veē
bo
ˈbəʊ
bew
ten
tən
tēn
poteenminnesotancotanwotan

Ορισμός και σημασία του "verboten"στα αγγλικά

01

απαγορευμένος, απαγορευθεί

forbidden or prohibited, especially by authority or law 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, authority, rules
Παραδείγματα
Smoking in the office is verboten according to company policy. 

Το κάπνισμα στο γραφείο είναι απαγορευμένο σύμφωνα με την πολιτική της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store