verboten
Pronunciation
/vɝˈboʊtən/

Ορισμός και σημασία του "verboten"στα αγγλικά

01

απαγορευμένος, απαγορευθεί

forbidden or prohibited, especially by authority or law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Any form of cheating is verboten in this academic institution.
Οποιαδήποτε μορφή απάτης είναι απαγορευμένη σε αυτό το ακαδημαϊκό ίδρυμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store