Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbose
01
φλύαρος, μακροσκελής
using or having an excessive number of words
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most verbose
συγκριτικός βαθμός
more verbose
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her verbose speech at the conference lost the audience's attention quickly.
Η φλύαρη ομιλία της στη διάσκεψη έχασε γρήγορα την προσοχή του κοινού.
Λεξικό Δέντρο
verbosely
verboseness
verbose



























