variegated
va
ˈvɛə
veē
rie
rɪə
rie
ga
ˌgeɪ
gei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "variegated"στα αγγλικά

variegated
01

πολύχρωμος, ποικίλος

having many different colors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most variegated
συγκριτικός βαθμός
more variegated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quilt featured a variegated pattern, incorporating a range of colors for a striking visual effect. 

Το πάπλωμα είχε ένα ποικιλόχρωμο σχέδιο, ενσωματώνοντας μια γκάμα χρωμάτων για ένα εντυπωσιακό οπτικό αποτέλεσμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store