Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
varicolored
01
πολύχρωμος, ποικιλόχρωμος
having sections or patches colored differently and usually brightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most varicolored
συγκριτικός βαθμός
more varicolored
διαβαθμίσιμο
02
πολύχρωμος, ποικιλόχρωμος
exhibiting a variety of different colors
Παραδείγματα
The varicolored leaves of autumn created a breathtaking view across the landscape.
Τα πολύχρωμα φύλλα του φθινοπώρου δημιούργησαν μια εντυπωσιακή θέα σε όλο το τοπίο.



























