Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to variegate
01
ποικίλλω, διαφοροποιώ
to add different elements, making something more diverse in how it looks or what it includes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
variegate
γ΄ ενικό πρόσωπο
variegates
ενεστώτα μετοχή
variegating
απλός αόριστος
variegated
παθητική μετοχή
variegated
Παραδείγματα
The teacher encouraged students to variegate their writing by using a mix of descriptive language and different sentence structures.
Ο δάσκαλος ενθάρρυνε τους μαθητές να ποικίλλουν τη γραφή τους χρησιμοποιώντας ένα μείγμα περιγραφικής γλώσσας και διαφορετικών δομών προτάσεων.
02
ποικίλλω, διαφοροποιώ
to change how something looks specifically by adding a mix of colors
Παραδείγματα
The fashion designer sought to variegate the collection by incorporating a mix of bold and subtle colors.
Ο σχεδιαστής μόδας επιδίωξε να ποικίλλει τη συλλογή ενσωματώνοντας ένα μείγμα τολμηρών και λεπτών χρωμάτων.
Λεξικό Δέντρο
variegated
variegation
variegate



























