to vanquish
vanq
ˈvænk
vānk
uish
wɪʃ
vish

Ορισμός και σημασία του "vanquish"στα αγγλικά

to vanquish
01

νικώ, εξοντώνω

to defeat someone completely and decisively 
Transitive: to vanquish sb/sth
to vanquish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vanquish
γ΄ ενικό πρόσωπο
vanquishes
ενεστώτα μετοχή
vanquishing
απλός αόριστος
vanquished
παθητική μετοχή
vanquished
Παραδείγματα
The mighty army sought to vanquish the opposing forces and secure dominance over the region. 

Ο ισχυρός στρατός επιζητούσε να νικήσει τις αντίπαλες δυνάμεις και να εξασφαλίσει την κυριαρχία στην περιοχή.

Λεξικό Δέντρο

vanquishable
vanquisher
vanquish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store