bleak
bleak
blik
blik
break

Ορισμός και σημασία του "bleak"στα αγγλικά

01

ζοφερός, κρύος και δυνατός άνεμος

(of weather) unpleasantly cold and often windy 
bleak definition and meaning
Παραδείγματα
The bleak winter day was characterized by gray skies and biting winds. 

Η βλοσυρή χειμωνιάτικη μέρα χαρακτηρίζονταν από γκρι ουρανό και δριμείς ανέμους.

02

ζοφερός, απελπιστικός

(of situations) not giving any or much hope or encouragement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bleakest
συγκριτικός βαθμός
bleaker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The future looked bleak after the company announced layoffs. 

Το μέλλον φαινόταν ζοφερό μετά την ανακοίνωση των απολύσεων από την εταιρεία.

03

μελαγχολικός, ψυχρός

(of a person) having a cold and unwelcoming appearance, often indicating emotional distance or disapproval 
Παραδείγματα
Her bleak expression showed she was not pleased with the situation. 

Η σκοτεινή της έκφραση έδειχνε ότι δεν ήταν ευχαριστημένη με την κατάσταση.

04

ζοφερός, άγονος

(of an area) empty and lacking life or vegetation 
Παραδείγματα
The bleak area was nothing but barren land and scattered rocks. 

Η ζοφερή περιοχή δεν ήταν τίποτα άλλο από άγονη γη και σκορπισμένες πέτρες.

01

αλβούρνος, μικρό ψάρι γλυκού νερού

a type of small freshwater fish found in Europe and Asia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bleaks
Παραδείγματα
They caught several bleak while fishing by the riverbank. 

Έπιασαν πολλά αθερίνες ενώ ψάρευαν στην όχθη του ποταμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store