Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vacant
01
κενός, αδειανός
(of a house, room, seat, etc.) empty or unoccupied and available to be used
Παραδείγματα
He found a vacant spot on the beach to lay his towel.
Βρήκε ένα κενό σημείο στην παραλία για να απλώσει την πετσέτα του.
Παραδείγματα
His vacant replies made it clear he had n’t considered the topic deeply.
Οι άδειες απαντήσεις του έκαναν σαφές ότι δεν είχε εξετάσει το θέμα σε βάθος.
03
κενός, αδειάζων
(of a job or position) not currently occupied or filled by someone
Παραδείγματα
After the promotion, the department had a vacant spot that needed to be filled.
Μετά την προαγωγή, το τμήμα είχε μια κενή θέση που έπρεπε να καλυφθεί.
Λεξικό Δέντρο
vacantly
vacant
vacate



























