Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blatant
01
θορυβώδης, δυνατός
very loud, noisy, and hard to ignore in an offensive or disruptive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blatant
συγκριτικός βαθμός
more blatant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The blatant noise from the construction site was unbearable.
Ο καταφανής θόρυβος από το εργοτάξιο ήταν αβάσταχτος.
02
καταφανής, αναιδής
done openly and shamelessly, with no effort to hide or disguise
Παραδείγματα
She rolled her eyes at his blatant lie.
Γύρισε τα μάτια της στο προφανές ψέμα του.
Λεξικό Δέντρο
blatantly
blatant
blat



























