Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blatant
01
θορυβώδης, δυνατός
very loud, noisy, and hard to ignore in an offensive or disruptive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blatant
συγκριτικός βαθμός
more blatant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The party next door was so blatant it kept the whole street awake.
Το πάρτι δίπλα ήταν τόσο θορυβώδες που κράτησε όλο το δρόμο ξύπνιο.
02
καταφανής, αναιδής
done openly and shamelessly, with no effort to hide or disguise
Παραδείγματα
The company engaged in blatant false advertising.
Η εταιρεία ασχολήθηκε με προκλητική ψεύτικη διαφήμιση.
Λεξικό Δέντρο
blatantly
blatant
blat



























