urgent
ur
ˈɜ:
ē
gent
ʤənt
jēnt
divergentdetergentconvergentnonconvergent

Ορισμός και σημασία του "urgent"στα αγγλικά

01

επείγων, άμεσος

needing immediate action or attention 
urgent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most urgent
συγκριτικός βαθμός
more urgent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient's condition is urgent, and they need to see a doctor right away. 

Η κατάσταση του ασθενούς είναι επείγουσα και πρέπει να δει έναν γιατρό αμέσως.

02

επείγων, επίμονος

(of people) Insistent or persistent in demanding attention or action 
Παραδείγματα
The Egyptians were urgent upon the people to leave the land quickly. 

Οι Αιγύπτιοι ήταν επιτακτικοί προς τον λαό να εγκαταλείψει τη γη γρήγορα.

Λεξικό Δέντρο

urgently
urgent
urge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store