Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upshot
01
το τελικό αποτέλεσμα, η έκβαση
the final outcome of a series of actions, events, or discussions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upshots
Παραδείγματα
The upshot of the debate was a new policy being implemented.
Το αποτέλεσμα της συζήτησης ήταν η εφαρμογή μιας νέας πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
upshot
shot



























