upraised
Pronunciation
/ʌpɹˈeɪzd/

Ορισμός και σημασία του "upraised"στα αγγλικά

01

υψωμένος, σηκωμένος

lifted to a higher position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upraised
συγκριτικός βαθμός
more upraised
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The statue depicted a hero with an upraised arm, carrying a torch to illuminate the path forward.
Το άγαλμα απεικόνιζε έναν ήρωα με ένα σηκωμένο χέρι, που κρατούσε έναν πυρσό για να φωτίσει το μπροστινό δρόμο.

Λεξικό Δέντρο

upraised
raised
raise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store