upraised
up
ˈʌp
απ
raised
reɪzd
ρειζντ
unglazedunraisedbraisedamazed

Ορισμός και σημασία του "upraised"στα αγγλικά

01

υψωμένος, σηκωμένος

lifted to a higher position 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upraised
συγκριτικός βαθμός
more upraised
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, gesture, action
Παραδείγματα
The protester stood in silence with an upraised fist as a symbol of resistance. 

Ο διαμαρτυρόμενος στάθηκε σιωπηλά με μια σηκωμένη γροθιά ως σύμβολο αντίστασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

upraised
raised
raise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store