Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unyielding
Παραδείγματα
Essential for law enforcement officers, the bulletproof vest's unyielding nature provided crucial protection.
Απαραίτητο για τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου, η άκαμπτη φύση του αλεξίσφαιρου γιλέκου παρείχε κρίσιμη προστασία.
02
αμετάβλητος, αποφασιστικός
firm or resolute in manner or attitude
Παραδείγματα
The lawyer was unyielding in his defense of the client, even in the face of strong opposition.
Ο δικηγόρος ήταν αμετάβλητος στην υπεράσπισή του του πελάτη, ακόμη και αντιμέτωπος με ισχυρή αντίθεση.
Λεξικό Δέντρο
unyieldingness
unyielding
yielding
yield



























