Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unyielding
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unyielding
συγκριτικός βαθμός
more unyielding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unyielding steel structure of the bridge withstood the powerful forces of the storm, remaining intact.
Η αλύγιστη χαλύβδινη δομή της γέφυρας άντεξε τις ισχυρές δυνάμεις της καταιγίδας, παραμένοντας άθικτη.
02
αμετάβλητος, αποφασιστικός
firm or resolute in manner or attitude
επιδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
Her unyielding attitude in the meeting made it clear she wouldn't compromise.
Η αμετάπειστη στάση της στη συνάντηση έκανε σαφές ότι δεν θα συμβιβαζόταν.
Λεξικό Δέντρο
unyieldingness
unyielding
yielding
yield



























