Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwholesome
01
ανθυγιεινός, επιβλαβής
describing food that is not good for the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwholesome
συγκριτικός βαθμός
more unwholesome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, health, nutrition
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unwholesome
wholesome



























