Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unwarily
01
απρόσεκτα, αφηρημένα
in a manner that lacks vigilance or careful consideration
Παραδείγματα
The tourist unwarily shared personal information with strangers, not realizing the importance of safeguarding privacy.
Ο τουρίστας απρόσεκτα μοιράστηκε προσωπικές πληροφορίες με αγνώστους, χωρίς να συνειδητοποιήσει τη σημασία της προστασίας της ιδιωτικής ζωής.
Λεξικό Δέντρο
unwarily
warily
wary



























