unwarily
Pronunciation
/ʌnwˈɛɹili/

Ορισμός και σημασία του "unwarily"στα αγγλικά

01

απρόσεκτα, αφηρημένα

in a manner that lacks vigilance or careful consideration
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The tourist unwarily shared personal information with strangers, not realizing the importance of safeguarding privacy.
Ο τουρίστας απρόσεκτα μοιράστηκε προσωπικές πληροφορίες με αγνώστους, χωρίς να συνειδητοποιήσει τη σημασία της προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

Λεξικό Δέντρο

unwarily
warily
wary
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store