unwanted
Pronunciation
/ənˈwɔntɪd/

Ορισμός και σημασία του "unwanted"στα αγγλικά

01

ανεπιθύμητος, μη επιθυμητός

not desired or welcomed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwanted
συγκριτικός βαθμός
more unwanted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unwanted behavior of the employee led to disciplinary action by management.
Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά του υπαλλήλου οδήγησε σε πειθαρχική ενέργεια από τη διοίκηση.

Λεξικό Δέντρο

unwantedly
unwanted
wanted
want
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store