unwanted
unwanted
ʌnwɒntɪd
anvontid
unwashedunventedunwarmedunwonted

Ορισμός και σημασία του "unwanted"στα αγγλικά

01

ανεπιθύμητος, μη επιθυμητός

not desired or welcomed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwanted
συγκριτικός βαθμός
more unwanted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unwanted side effects of the medication outweighed its benefits. 

Οι ανεπιθύμητες παρενέργειες του φαρμάκου υπερτερούσαν των οφελών του.

Λεξικό Δέντρο

unwantedly
unwanted
wanted
want
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store