Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unvoiced
01
άηχος, άφωνος
(phonetics) (of a speech sound) pronounced without the vibration of the vocal cords
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
σιωπηλός, άρητος
not made explicit
03
άφωνος, σιωπηρός
not expressed or communicated verbally
Παραδείγματα
She communicated her feelings through unvoiced gestures rather than words.
Επικοινώνησε τα συναισθήματά της μέσω άφωνων χειρονομιών παρά λέξεων.
Λεξικό Δέντρο
unvoiced
voiced
voice



























