Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unthinkable
01
αδιανόητο, αφάνταστο
beyond what is acceptable or reasonable to imagine
Παραδείγματα
The accident caused unthinkable damage to the city.
Το ατύχημα προκάλεσε ασύλληπτες ζημιές στην πόλη.
Λεξικό Δέντρο
unthinkably
unthinkable
thinkable
think



























