Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsuspecting
01
ανυποψίαστος, μη συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο
not aware of potential danger or harm
Παραδείγματα
The unsuspecting buyer fell for the scam and lost thousands of dollars.
Ο ανυποψίαστος αγοραστής έπεσε θύμα απάτης και έχασε χιλιάδες δολάρια.
02
ανυποψίαστος, αθώος
not suspicious
Λεξικό Δέντρο
unsuspectingly
unsuspecting



























