Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsure
01
αβέβαιος, διστακτικός
having doubts about or no confidence in someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsure
συγκριτικός βαθμός
more unsure
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, emotion, decision
Παραδείγματα
He was unsure if he wanted pizza or pasta for dinner.
Δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πίτσα ή μακαρόνια για δείπνο.
02
αβέβαιος, διστακτικός
not confident enough in oneself, especially in one's abilities
Παραδείγματα
He felt unsure about taking on such a large responsibility at work.
Αισθανόταν αβέβαιος για την ανάληψη τόσο μεγάλης ευθύνης στη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unsure
sure



























