Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsure
01
αβέβαιος, διστακτικός
having doubts about or no confidence in someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsure
συγκριτικός βαθμός
more unsure
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She looked unsure when asked to give a speech.
Φαινόταν αβέβαιη όταν της ζητήθηκε να δώσει μια ομιλία.
02
αβέβαιος, διστακτικός
not confident enough in oneself, especially in one's abilities
Παραδείγματα
Being unsure of her decision, she asked for a second opinion.
Μην είμαστε βέβαιοι για την απόφασή της, ζήτησε μια δεύτερη γνώμη.
Λεξικό Δέντρο
unsure
sure



























