Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsurprising
01
μη εντυπωσιακό, αναμενόμενο
not causing surprise or unexpectedness, usually because it was already known or predicted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsurprising
συγκριτικός βαθμός
more unsurprising
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sudden change in weather was unsurprising, given the forecast.
Η ξαφνική αλλαγή του καιρού δεν ήταν εκπληκτική, δεδομένης της πρόγνωσης.
Λεξικό Δέντρο
unsurprising
surprising
surprise



























