Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surmisable
01
συμπερασματικός, εικαστός
inferred or guessed based on available evidence or reasoning
Παραδείγματα
The company 's financial troubles were surmisable from the declining sales numbers over the past few months.
Οι οικονομικές δυσκολίες της εταιρείας ήταν εξακριβώσιμες από τους μειούμενους αριθμούς πωλήσεων τους τελευταίους μήνες.
Λεξικό Δέντρο
surmisable
surmise



























