surmisable
sur
σα
mi
ˈmaɪ
μαι
sable
zəəbl
ζααμπλ
realizableadvisableinadvisableunadvisable

Ορισμός και σημασία του "surmisable"στα αγγλικά

surmisable
01

συμπερασματικός, εικαστός

inferred or guessed based on available evidence or reasoning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surmisable
συγκριτικός βαθμός
more surmisable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
inference, reasoning, cognition
Παραδείγματα
The sudden drop in temperature was surmisable given the weather patterns observed earlier in the day. 

Η απότομη πτώση της θερμοκρασίας ήταν προβλέψιμη δεδομένων των καιρικών συνθηκών που παρατηρήθηκαν νωρίτερα μέσα στην ημέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

surmisable
surmise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store