surmisable
Pronunciation
/sɚmˈaɪzəbəl/

Ορισμός και σημασία του "surmisable"στα αγγλικά

surmisable
01

συμπερασματικός, εικαστός

inferred or guessed based on available evidence or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surmisable
συγκριτικός βαθμός
more surmisable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's financial troubles were surmisable from the declining sales numbers over the past few months.
Οι οικονομικές δυσκολίες της εταιρείας ήταν εξακριβώσιμες από τους μειούμενους αριθμούς πωλήσεων τους τελευταίους μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store