unsurpassed
un
ˌʌn
αν
sur
σα
passed
ˈpɑ:st
παστ
unsurprised

Ορισμός και σημασία του "unsurpassed"στα αγγλικά

unsurpassed
01

απαράμιλλος, ανυπέρβλητος

not exceeded by anything or anyone else 
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, achievement, excellence
Παραδείγματα
The chef's culinary skills were unsurpassed, creating dishes that delighted the most discerning palates. 

Οι γαστρονομικές ικανότητες του σεφ ήταν απαράμιλλες, δημιουργώντας πιάτα που ευχαριστούσαν τα πιο απαιτητικά γούστα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store