Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsurpassed
01
απαράμιλλος, ανυπέρβλητος
not exceeded by anything or anyone else
Παραδείγματα
Her unsurpassed knowledge of the subject made her the go-to expert in the academic community.
Η απαράμιλλη γνώση της για το θέμα την έκανε την αναγκαία ειδικό στην ακαδημαϊκή κοινότητα.



























