Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blame
01
κατηγορώ, μεμφόμαι
to say or feel that someone or something is responsible for a mistake or problem
Transitive: to blame sb/sth | to blame sb/sth for a mistake or problem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blame
γ΄ ενικό πρόσωπο
blames
ενεστώτα μετοχή
blaming
απλός αόριστος
blamed
παθητική μετοχή
blamed
Παραδείγματα
The teacher decided to blame the entire class for the disruption, even though only a few students were involved.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να κατηγορήσει ολόκληρη την τάξη για τη διατάραξη, αν και μόνο λίγοι μαθητές ήταν εμπλεκόμενοι.
02
κατηγορώ, κριτικάρω
to critique or find fault with something or someone
Transitive: to blame sth
Παραδείγματα
The literary critic blamed the novel for its shallow character development and predictable plot twists.
Ο λογοτεχνικός κριτικός κατηγόρησε το μυθιστόρημα για την επιφανειακή ανάπτυξη των χαρακτήρων και τις προβλέψιμες ανατροπές της πλοκής.
03
κατηγορώ, μεμφόμενος
to attribute responsibility or fault for a negative outcome or situation to a person, group, or thing
Transitive: to blame a fault or shortcoming on sth
Παραδείγματα
The CEO blamed the recent decline in profits on poor market conditions and increased competition.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος κατηγόρησε τις πρόσφατες πτώσεις των κερδών για τις κακές συνθήκες της αγοράς και τον αυξημένο ανταγωνισμό.
Blame
01
ενοχή, ευθύνη
an accusation that someone is responsible for a mistake, fault, or wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blames
Παραδείγματα
The manager accepted the blame for the project's failure.
Ο διευθυντής δέχτηκε την ενοχή για την αποτυχία του έργου.
02
κατηγορία, μέμψη
a reproach or expression of disapproval for a mistake, fault, or wrongdoing
Παραδείγματα
He received blame for being late.
Έλαβε κατηγορία για την καθυστέρησή του.
Λεξικό Δέντρο
blamed
blame



























