blah
blah
blɑ:
blaa
bleah

Ορισμός και σημασία του "blah"στα αγγλικά

01

αερολογία, επιδεικτικός λόγος

pompous or pretentious talk or writing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blahs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store