Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstintingly
01
γενναιόδωρα, χωρίς επιφύλαξη
in a generous and unreserved manner
Παραδείγματα
He donated unstintingly to various causes, never hesitating to help those in need.
Δώρισε γενναιόδωρα σε διάφορες υποθέσεις, χωρίς ποτέ να διστάσει να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη.
Λεξικό Δέντρο
unstintingly
unstinting
stinting
stint



























