Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstained
01
άψογος, αμόλυντος
without soil or spot or stain
02
αμόλυντος, άψογος
not stained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstained
συγκριτικός βαθμός
more unstained
διαβαθμίσιμο
03
αμόλυντος, χωρίς βερνίκι
not having a coating of stain or varnish
04
άψογος, αμόλυντος
(of reputation) free from blemishes
Λεξικό Δέντρο
unstained
stained
stain



























