Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspecified
01
απροσδιόριστος, ασαφής
not clearly stated or detailed, leaving certain elements vague or undefined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspecified
συγκριτικός βαθμός
more unspecified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
information, description, communication
Παραδείγματα
The report included several unspecified recommendations that needed further elaboration.
Η έκθεση περιλάμβανε αρκετές μη καθορισμένες συστάσεις που χρειάζονταν περαιτέρω επεξεργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unspecified
specified
specify



























