Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspecified
01
απροσδιόριστος, ασαφής
not clearly stated or detailed, leaving certain elements vague or undefined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspecified
συγκριτικός βαθμός
more unspecified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee discussed various unspecified issues that could impact the upcoming election.
Η επιτροπή συζήτησε διάφορα μη καθορισμένα ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επερχόμενες εκλογές.
Λεξικό Δέντρο
unspecified
specified
specify



























