unsightly
un
ʌn
αν
sight
ˈsaɪt
σαιτ
ly
li
λι
/ʌnsˈa‍ɪtli/

Ορισμός και σημασία του "unsightly"στα αγγλικά

01

άσχημος, δυσάρεστος στην εμφάνιση

unpleasant or unattractive in appearance
Παραδείγματα
The abandoned building had an unsightly appearance with broken windows and graffiti.
Το εγκαταλειμμένο κτίριο είχε μια δυσάρεστη εμφάνιση με σπασμένα παράθυρα και γκράφιτι.
02

σκόπιμα αυτοκαταστροφικός, εκ προθέσεως αυτοκαταστροφικός

an act of deliberate self destruction

Λεξικό Δέντρο

unsightliness
unsightly
sightly
slight
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store