Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsightly
01
άσχημος, δυσάρεστος στην εμφάνιση
unpleasant or unattractive in appearance
Παραδείγματα
The abandoned building had an unsightly appearance with broken windows and graffiti.
Το εγκαταλειμμένο κτίριο είχε μια δυσάρεστη εμφάνιση με σπασμένα παράθυρα και γκράφιτι.
02
σκόπιμα αυτοκαταστροφικός, εκ προθέσεως αυτοκαταστροφικός
an act of deliberate self destruction
Λεξικό Δέντρο
unsightliness
unsightly
sightly
slight



























