Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsightly
01
άσχημος, δυσάρεστος στην εμφάνιση
unpleasant or unattractive in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsightly
συγκριτικός βαθμός
more unsightly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He covered the unsightly stain on his shirt with a jacket.
Κάλυψε την άσχημη κηλίδα στο πουκάμισό του με ένα σακάκι.
02
σκόπιμα αυτοκαταστροφικός, εκ προθέσεως αυτοκαταστροφικός
an act of deliberate self destruction
Λεξικό Δέντρο
unsightliness
unsightly
sightly
slight



























