unsettled
Pronunciation
/ənˈsɛtəɫd/

Ορισμός και σημασία του "unsettled"στα αγγλικά

01

αβέβαιος, αποφασιστικός

still in doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsettled
συγκριτικός βαθμός
more unsettled
διαβαθμίσιμο
02

ασταθής, μη καθιερωμένος

not settled or established
03

αδιευθέτητος, εκκρεμής

(of a disagreement, question, etc.) not resolved yet
04

ασταθής, μεταβλητός

subject to change

Λεξικό Δέντρο

unsettled
settled
settle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store