Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsettled
01
αβέβαιος, αποφασιστικός
still in doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsettled
συγκριτικός βαθμός
more unsettled
διαβαθμίσιμο
02
ασταθής, μη καθιερωμένος
not settled or established
03
αδιευθέτητος, εκκρεμής
(of a disagreement, question, etc.) not resolved yet
04
ασταθής, μεταβλητός
subject to change
Λεξικό Δέντρο
unsettled
settled
settle



























