Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unsettle
01
αναστατώνω, αγχώνω
to cause someone to feel worried or anxious, usually because of a change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unsettle
γ΄ ενικό πρόσωπο
unsettles
ενεστώτα μετοχή
unsettling
απλός αόριστος
unsettled
παθητική μετοχή
unsettled
Παραδείγματα
The strange noises coming from the attic had been unsettling the residents, leading them to question the safety of their homes.
Οι παράξενες ήχοι που προέρχονταν από τη σοφίτα είχαν ταράξει τους κατοίκους, οδηγώντας τους να αμφισβητούν την ασφάλεια των σπιτιών τους.
Λεξικό Δέντρο
unsettling
unsettle
settle



























