Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unsettle
01
αναστατώνω, αγχώνω
to cause someone to feel worried or anxious, usually because of a change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unsettle
γ΄ ενικό πρόσωπο
unsettles
ενεστώτα μετοχή
unsettling
απλός αόριστος
unsettled
παθητική μετοχή
unsettled
Παραδείγματα
The sudden change in his friend's behavior last week unsettled him, leaving him wondering what could be wrong.
Η ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του φίλου του την περασμένη εβδομάδα τον αναστάτωσε, αφήνοντάς τον να αναρωτιέται τι θα μπορούσε να πάει στραβά.
Λεξικό Δέντρο
unsettling
unsettle
settle



























